σπατάλω
[spaˈtalo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
тратить впустую, расходовать без пользы
to waste, to squander · σπατάλησε τα χρήματα του — потратил впустую свои деньги
2
расточать, использовать чрезмерно
to dissipate, to use excessively · σπατάλησε την ενέργειά του — растратил свою энергию
Грамматика
Настоящее время
εγώ
σπατάλω
εσύ
σπατάλας
αυτός
σπαταλά
εμείς
σπατάλαμε
εσείς
σπατάλατε
αυτοί
σπατάλουν
Аорист
εγώ
σπατάλησα
εσύ
σπατάλησες
αυτός
σπατάλησε
εμείς
σπατάλησαμε
εσείς
σπατάλησατε
αυτοί
σπατάλησαν
Будущее
εγώ
θα σπατάλω
εσύ
θα σπατάλας
αυτός
θα σπαταλά
εμείς
θα σπατάλαμε
εσείς
θα σπατάλατε
αυτοί
θα σπατάλουν
Примеры
Δεν πρέπει να σπαταλάς το νερό.
Не следует тратить воду впустую. · You shouldn't waste water.
Σπατάλησε όλα τα χρήματα σε ένα ταξίδι.
Он потратил все деньги на путешествие. · He squandered all his money on a trip.
Γιατί σπατάλησες τόσο χρόνο για αυτό;
Почему ты потратил столько времени на это? · Why did you waste so much time on that?