Греческий словарь
с грамматикой

σπανιότητα

[spaˈnjotita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
редкость, редкое явление
rarity, scarcity · η σπανιότητα των διαμαντιών — редкость алмазов
2
недостаток, нехватка
shortage, lack · σπανιότητα νερού — нехватка воды

Грамматика

Ед. ч.
им.
η σπανιότητα
вин.
τη σπανιότητα
род.
της σπανιότητας
зват.
σπανιότητα
Мн. ч.
им.
οι σπανιότητες
вин.
τις σπανιότητες
род.
των σπανιοτήτων
зват.
σπανιότητες

Примеры

Η σπανιότητα των αρχαίων κεράμων αυξάνει την αξία τους.
Редкость древней керамики повышает её стоимость. · The rarity of ancient ceramics increases their value.
Αντιμετωπίζουμε σπανιότητα καυσίμων στην περιοχή.
Мы сталкиваемся с нехваткой топлива в регионе. · We are facing a fuel shortage in the region.
Οι σπανιότητες στην αγορά δημιουργούν προβλήματα.
Дефициты на рынке создают проблемы. · Shortages in the market create problems.