σουπερμάρκετ
[supeɾˈmaɾket]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
супермаркет
supermarket · μεγάλο κατάστημα — большой магазин
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σουπερμάρκετ
вин.
το σουπερμάρκετ
род.
του σουπερμάρκετ
зват.
σουπερμάρκετ
Мн. ч.
им.
τα σουπερμάρκετ
вин.
τα σουπερμάρκετ
род.
των σουπερμάρκετ
зват.
σουπερμάρκετ
Примеры
Πήγα στο σουπερμάρκετ για ψώνια.
Я пошёл в супермаркет за покупками. · I went to the supermarket shopping.
Το σουπερμάρκετ κλείνει στις εννέα.
Супермаркет закрывается в девять. · The supermarket closes at nine.
Υπάρχουν πολλά σουπερμάρκετ στην πόλη.
В городе много супермаркетов. · There are many supermarkets in the city.