σοσιαλιστικός
[sosialˈistikós]прилагательноеB2
Значения
1
социалистический
socialist · σοσιαλιστικό κόμμα — социалистическая партия
Грамматика
мужской род
им.
σοσιαλιστικός
вин.
σοσιαλιστικό
род.
σοσιαλιστικού
зват.
σοσιαλιστικέ
женский род
им.
σοσιαλιστική
вин.
σοσιαλιστική
род.
σοσιαλιστικής
зват.
σοσιαλιστική
средний род
им.
σοσιαλιστικό
вин.
σοσιαλιστικό
род.
σοσιαλιστικού
зват.
σοσιαλιστικό
Примеры
Οι σοσιαλιστικές ιδέες επηρέασαν την πολιτική του.
Социалистические идеи повлияли на его политику. · Socialist ideas influenced his politics.
Η σοσιαλιστική κυβέρνηση εφάρμοσε νέες πολιτικές.
Социалистическое правительство внедрило новую политику. · The socialist government implemented new policies.
Το σοσιαλιστικό κίνημα ήταν δυνατό στο εικοστό αιώνα.
Социалистическое движение было сильным в двадцатом веке. · The socialist movement was strong in the twentieth century.