Греческий словарь
с грамматикой

σοσιαλισμός

[sosialiˈzmos]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
социализм (политико-экономическая система)
socialism (a political and economic system) · πολιτικό σύστημα με κοινή ιδιοκτησία — политическая система с общественной собственностью

Грамматика

Ед. ч.
им.
o σοσιαλισμός
вин.
τον σοσιαλισμό
род.
του σοσιαλισμού
зват.
σοσιαλισμέ
Мн. ч.
им.
οι σοσιαλισμοί
вин.
τους σοσιαλισμούς
род.
των σοσιαλισμών
зват.
σοσιαλισμοί

Примеры

Ο σοσιαλισμός ήταν δημοφιλής τον εικοστό αιώνα.
Социализм был популярен в двадцатом веке. · Socialism was popular in the twentieth century.
Πολλές χώρες ακολούθησαν τις αρχές του σοσιαλισμού.
Много стран следовали принципам социализма. · Many countries followed the principles of socialism.
Η κριτική του σοσιαλισμού εξακολουθεί να είναι έντονη.
Критика социализма остаётся острой. · Criticism of socialism remains sharp.