Греческий словарь
с грамматикой

σμηναρχέω

[sminaɾˈxeo]глаголC1

Значения

1
командовать отрядом (в армии)
to command a squadron or tactical unit · σμηναρχώ τον αεροπορικό σμήνος — командую авиационным звеном

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σμηναρχώ
εσύ
σμηναρχείς
αυτός
σμηναρχεί
εμείς
σμηναρχούμε
εσείς
σμηναρχείτε
αυτοί
σμηναρχούν
Аорист
εγώ
σμηνάρχησα
εσύ
σμηνάρχησες
αυτός
σμηνάρχησε
εμείς
σμηναρχήσαμε
εσείς
σμηναρχήσατε
αυτοί
σμηνάρχησαν
Будущее
εγώ
θα σμηναρχήσω
εσύ
θα σμηναρχήσεις
αυτός
θα σμηναρχήσει
εμείς
θα σμηναρχήσουμε
εσείς
θα σμηναρχήσετε
αυτοί
θα σμηναρχήσουν

Примеры

Ο πιλότος σμηναρχεί την ελληνική αεροπορία.
Пилот командует греческим авиационным звеном. · The pilot commands the Greek air squadron.
Σμηνάρχησε το σμήνος του με δεξιότητα και τόλμη.
Он командовал своим отрядом с умением и отвагой. · He commanded his unit with skill and courage.
Θα σμηναρχήσει τις νέες δυνάμεις ο εμπειρος αξιωματικός.
Опытный офицер будет командовать новыми силами. · The experienced officer will command the new forces.