σμαράγδι
[zmaˈraɣði]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
изумруд (драгоценный камень)
emerald (precious stone) · πολύτιμος λίθος πράσινου χρώματος — драгоценный камень зелёного цвета
2
изумруд (зелёный цвет)
emerald (green colour) · το πράσινο χρώμα του σμαραγδιού — зелёный цвет как у изумруда
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σμαράγδι
вин.
το σμαράγδι
род.
του σμαραγδιού
зват.
σμαράγδι
Мн. ч.
им.
τα σμαράγδια
вин.
τα σμαράγδια
род.
των σμαραγδιών
зват.
σμαράγδια
Примеры
Το δαχτυλίδι έχει ένα όμορφο σμαράγδι.
Кольцо украшено красивым изумрудом. · The ring is adorned with a beautiful emerald.
Τα σμαράγδια είναι πολύ ακριβά και σπάνια.
Изумруды очень дорогие и редкие. · Emeralds are very expensive and rare.
Αγόρασε ένα περιδέραιο με σμαραγδιού.
Она купила ожерелье с изумрудом. · She bought a necklace with an emerald.