σκότωνα
[ˈskotona]существительноеη · женский родB1
Значения
1
тень, полутень
shadow, shade · η σκότωνα του δέντρου — тень дерева
2
темнота, мрак
darkness, gloom · στη σκότωνα της νύχτας — в темноте ночи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σκότωνα
вин.
τη σκότωνα
род.
της σκότωνας
зват.
σκότωνα
Мн. ч.
им.
οι σκότωνες
вин.
τις σκότωνες
род.
των σκοτώνων
зват.
σκότωνες
Примеры
Κάθισε στη σκότωνα του δέντρου.
Она сидела в тени дерева. · She sat in the tree's shade.
Η σκότωνα της νύχτας ήταν πολύ σκοτεινή.
Ночная тьма была очень глубокой. · The darkness of the night was very deep.
Στις σκότωνες του δάσους χάθηκε το παιδί.
В лесной тени потерялось дитя. · The child got lost in the forest shadows.