Греческий словарь
с грамматикой

σκοτώνομαι

[skotˈɔnome]глаголB1

Значения

1
скрываться, прятаться, быть в тени
to hide, lurk, stay in the shadows · σκοτώνεται στο σκοτάδι — прячется в темноте
2
быть неизвестным, оставаться безвестным
to remain obscure, be unknown · σκοτώνεται από τα φώτα — остаётся вдали от огней

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκοτώνομαι
εσύ
σκοτώνεσαι
αυτός
σκοτώνεται
εμείς
σκοτωνόμαστε
εσείς
σκοτώνεστε
αυτοί
σκοτώνονται
Аорист
εγώ
σκοτώθηκα
εσύ
σκοτώθηκες
αυτός
σκοτώθηκε
εμείς
σκοτωθήκαμε
εσείς
σκοτωθήκατε
αυτοί
σκοτώθηκαν
Будущее
εγώ
θα σκοτωθώ
εσύ
θα σκοτωθείς
αυτός
θα σκοτωθεί
εμείς
θα σκοτωθούμε
εσείς
θα σκοτωθείτε
αυτοί
θα σκοτωθούν

Примеры

Ο κακοποιός σκοτώνεται στο σκοτάδι.
Преступник прячется в темноте. · The criminal lurks in the darkness.
Πολλοί ταλαντούχοι άνθρωποι σκοτώνονται από την άγνοια.
Многие талантливые люди остаются безвестными из-за невежества. · Many talented people remain obscure due to ignorance.
Δεν θέλω να σκοτωθώ σε αυτό το χωριό.
Я не хочу остаться безвестным в этой деревне. · I don't want to be forgotten in this village.