Греческий словарь
с грамматикой

σκοτεινιάζω

[skotiˈnja.zo]глаголB1

Значения

1
темнеть, становиться темным
to darken, to grow dark · ο ουρανός σκοτεινιάζει — небо темнеет
2
затемнять, делать темным
to make dark, to darken · σκοτεινιάζω το δωμάτιο — я затемняю комнату

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκοτεινιάζω
εσύ
σκοτεινιάζεις
αυτός
σκοτεινιάζει
εμείς
σκοτεινιάζουμε
εσείς
σκοτεινιάζετε
αυτοί
σκοτεινιάζουν
Аорист
εγώ
σκοτείνιασα
εσύ
σκοτείνιασες
αυτός
σκοτείνιασε
εμείς
σκοτεινιάσαμε
εσείς
σκοτεινιάσατε
αυτοί
σκοτείνιασαν
Будущее
εγώ
θα σκοτεινιάσω
εσύ
θα σκοτεινιάσεις
αυτός
θα σκοτεινιάσει
εμείς
θα σκοτεινιάσουμε
εσείς
θα σκοτεινιάσετε
αυτοί
θα σκοτεινιάσουν

Примеры

Ο ουρανός σκοτεινιάζει και θα βρέξει.
Небо темнеет, и будет дождь. · The sky is darkening and it will rain.
Σκοτείνιασαν το δωμάτιο για τη συναυλία.
Они затемнили комнату для концерта. · They darkened the room for the concert.
Το δωμάτιο σκοτεινιάζεται καθώς δύει ο ήλιος.
Комната темнеет по мере того, как садится солнце. · The room gets darker as the sun sets.
Θα σκοτεινιάσουν τα παράθυρα με τυλίγματα.
Они затемнят окна занавесками. · They will darken the windows with curtains.