Греческий словарь
с грамматикой

σκορπίζω

[skoˈrpizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
рассыпать, разбросать (в разные стороны)
scatter, spread about · σκορπίζω σπόρους — рассеиваю семена
2
разогнать, разбить (людей, толпу)
disperse, break up (a crowd) · η αστυνομία σκόρπισε τα άτομα — полиция разогнала людей
3
растратить, потратить без пользы
squander, waste · σκορπίζει χρήματα — он растрачивает деньги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκορπίζω
εσύ
σκορπίζεις
αυτός
σκορπίζει
εμείς
σκορπίζουμε
εσείς
σκορπίζετε
αυτοί
σκορπίζουν
Аорист
εγώ
σκόρπισα
εσύ
σκόρπισες
αυτός
σκόρπισε
εμείς
σκορπίσαμε
εσείς
σκορπίσατε
αυτοί
σκόρπισαν
Будущее
εγώ
θα σκορπίσω
εσύ
θα σκορπίσεις
αυτός
θα σκορπίσει
εμείς
θα σκορπίσουμε
εσείς
θα σκορπίσετε
αυτοί
θα σκορπίσουν

Примеры

Ο αγρότης σκόρπισε τα σπόρια στο χωράφι.
Фермер разбросал семена по полю. · The farmer scattered the seeds across the field.
Η αστυνομία σκόρπισε τους διαδηλωτές με δακρυγόνα.
Полиция разогнала демонстрантов слёзоточивым газом. · The police dispersed the protesters with tear gas.
Δεν πρέπει να σκορπίζεις τα χρήματά σου σε άχρηστα πράγματα.
Не следует растрачивать деньги на бесполезные вещи. · You shouldn't squander your money on useless things.
Τα φύλλα σκορπίστηκαν στον αέρα.
Листья разнесло по воздуху. · The leaves were scattered in the air.