σκληρότητα
[skliroˈtita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
твёрдость, жёсткость (физическое свойство)
hardness, hardship (physical property) · η σκληρότητα του πετρώματος — твёрдость камня
2
суровость, жестокость (моральное качество)
severity, harshness (moral quality) · η σκληρότητα του χειμώνα — суровость зимы
3
трудность, сложность
difficulty, hardship · η σκληρότητα της ζωής — трудность жизни
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σκληρότητα
вин.
τη σκληρότητα
род.
της σκληρότητας
зват.
σκληρότητα
Мн. ч.
им.
οι σκληρότητες
вин.
τις σκληρότητες
род.
των σκληροτήτων
зват.
σκληρότητες
Примеры
Η σκληρότητα του διαμαντιού είναι γνωστή.
Твёрдость алмаза хорошо известна. · The hardness of diamond is well known.
Η σκληρότητα του χειμώνα δοκίμασε τους κατοίκους.
Суровость зимы испытала жителей. · The harshness of winter tested the residents.
Αντιμετώπισε τις σκληρότητες της ζωής με θάρρος.
Он встретил жизненные трудности с мужеством. · He faced the hardships of life with courage.