σκλαβώνω
[sklaˈvono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
порабощать, делать рабом
to enslave, to make a slave of · σκλαβώνω ανθρώπους — порабощать людей
2
закабалять, поработить (переносно)
to subjugate, to bring under domination · σκλαβώνω έναν λαό — поработить народ
Грамматика
Настоящее время
εγώ
σκλαβώνω
εσύ
σκλαβώνεις
αυτός
σκλαβώνει
εμείς
σκλαβώνουμε
εσείς
σκλαβώνετε
αυτοί
σκλαβώνουν
Аорист
εγώ
σκλάβωσα
εσύ
σκλάβωσες
αυτός
σκλάβωσε
εμείς
σκλαβώσαμε
εσείς
σκλαβώσατε
αυτοί
σκλάβωσαν
Будущее
εγώ
θα σκλαβώσω
εσύ
θα σκλαβώσεις
αυτός
θα σκλαβώσει
εμείς
θα σκλαβώσουμε
εσείς
θα σκλαβώσετε
αυτοί
θα σκλαβώσουν
Примеры
Ο κατακτητής σκλάβωσε τον πληθυσμό της περιοχής.
Завоеватель порабостил население региона. · The conqueror enslaved the region's population.
Δεν θέλουν να σκλαβώσουν τις γυναίκες τους.
Они не хотят закабалять своих жён. · They don't want to subjugate their wives.
Η οικονομική εξάρτηση σκλαβώνει ολόκληρες χώρες.
Экономическая зависимость порабощает целые страны. · Economic dependence enslaves entire nations.