σκηνοθετώ
[skinoθeˈto]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2
Значения
1
режиссировать, ставить (спектакль, фильм)
to direct (a play, film) · σκηνοθετώ ένα δράμα — я режиссирую драму
2
организовать, устроить (событие, сцену)
to orchestrate, stage (an event, scene) · σκηνοθετημένη διαδήλωση — организованная демонстрация
Грамматика
Настоящее время
εγώ
σκηνοθετώ
εσύ
σκηνοθετείς
αυτός
σκηνοθετεί
εμείς
σκηνοθετούμε
εσείς
σκηνοθετείτε
αυτοί
σκηνοθετούν
Аорист
εγώ
σκηνοθέτησα
εσύ
σκηνοθέτησες
αυτός
σκηνοθέτησε
εμείς
σκηνοθετήσαμε
εσείς
σκηνοθετήσατε
αυτοί
σκηνοθέτησαν
Будущее
εγώ
θα σκηνοθετήσω
εσύ
θα σκηνοθετήσεις
αυτός
θα σκηνοθετήσει
εμείς
θα σκηνοθετήσουμε
εσείς
θα σκηνοθετήσετε
αυτοί
θα σκηνοθετήσουν
Примеры
Ο Γιάννης σκηνοθέτησε το έργο με μεγάλη δεξιοτεχνία.
Яннис режиссировал пьесу с большим мастерством. · Yiannis directed the play with great skill.
Θα σκηνοθετήσει το νέο της ταινία στο εξωτερικό.
Она будет режиссировать свой новый фильм за границей. · She will direct her new film abroad.
Ήταν σαφές ότι η συνάντηση είχε σκηνοθετηθεί εξ αρχής.
Было ясно, что встреча была организована с самого начала. · It was clear that the meeting had been staged from the start.
Σκηνοθετούν τις πρόβες κάθε πρωί στο θέατρο.
Они проводят репетиции каждое утро в театре. · They conduct rehearsals every morning at the theatre.