σκηνοθεσία
[scinoθeˈsia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
режиссура, постановка (в театре, кино)
stage direction, theatrical production, film direction · η σκηνοθεσία του έργου — режиссура произведения
2
режиссёрское мастерство, искусство режиссуры
directorial art, the craft of directing · δυνατή σκηνοθεσία — мастерская режиссура
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σκηνοθεσία
вин.
τη σκηνοθεσία
род.
της σκηνοθεσίας
зват.
σκηνοθεσία
Мн. ч.
им.
οι σκηνοθεσίες
вин.
τις σκηνοθεσίες
род.
των σκηνοθεσιών
зват.
σκηνοθεσίες
Примеры
Η σκηνοθεσία του Παπαδημητρίου ήταν εξαιρετική.
Режиссура Пападимитриу была исключительной. · Papadimitriou's direction was exceptional.
Αυτή η σκηνοθεσία δείχνει τη φαντασία του σκηνοθέτη.
Эта режиссура показывает воображение режиссёра. · This production shows the director's imagination.
Οι σκηνοθεσίες στο φεστιβάλ ήταν πολύ διαφορετικές.
Постановки на фестивале были очень разными. · The productions at the festival were very different.
Ασχολείται με τη σκηνοθεσία για πολλά χρόνια.
Занимается режиссурой уже много лет. · He has been involved in directing for many years.