Греческий словарь
с грамматикой

σκηνοθέτης

[scinoˈθetis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
режиссёр (театра, кино)
film or theatre director · ο σκηνοθέτης του έργου — режиссёр этого спектакля
2
постановщик, организатор (события)
organizer, architect (of an event, plan) · ο σκηνοθέτης της συνάντησης — организатор встречи

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο σκηνοθέτης
вин.
τον σκηνοθέτη
род.
του σκηνοθέτη
зват.
σκηνοθέτη
Мн. ч.
им.
οι σκηνοθέτες
вин.
τους σκηνοθέτες
род.
των σκηνοθετών
зват.
σκηνοθέτες

Примеры

Ο σκηνοθέτης σχεδίασε κάθε σκηνή με προσοχή.
Режиссёр тщательно спланировал каждую сцену. · The director carefully planned every scene.
Η ταινία του νέου σκηνοθέτη κέρδισε βραβείο.
Фильм молодого режиссёра получил награду. · The young director's film won an award.
Οι σκηνοθέτες συνεργάστηκαν για το έργο.
Режиссёры сотрудничали над постановкой. · The directors collaborated on the production.
Συνάντησα τον σκηνοθέτη στο θέατρο.
Я встретил режиссёра в театре. · I met the director at the theatre.