Греческий словарь
с грамматикой

σκευάζω

[skevˈazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
готовить (еду)
to cook, to prepare (food) · σκευάζω το φαγητό — готовлю еду
2
готовить, приготавливать (что-либо)
to prepare, to arrange, to set up · σκευάζω το ταξίδι — готовлю путешествие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκευάζω
εσύ
σκευάζεις
αυτός
σκευάζει
εμείς
σκευάζουμε
εσείς
σκευάζετε
αυτοί
σκευάζουν
Аорист
εγώ
σκεύασα
εσύ
σκεύασες
αυτός
σκεύασε
εμείς
σκευάσαμε
εσείς
σκευάσατε
αυτοί
σκεύασαν
Будущее
εγώ
θα σκευάσω
εσύ
θα σκευάσεις
αυτός
θα σκευάσει
εμείς
θα σκευάσουμε
εσείς
θα σκευάσετε
αυτοί
θα σκευάσουν

Примеры

Η μητέρα σκευάζει το δείπνο κάθε βράδυ.
Мать готовит ужин каждый вечер. · The mother cooks dinner every evening.
Σκεύασα ένα νόστιμο γεύμα για τους φίλους μας.
Я приготовила вкусный обед для наших друзей. · I prepared a delicious lunch for our friends.
Θα σκευάσουμε τα πάντα για το πάρτι.
Мы подготовим всё к вечеринке. · We will arrange everything for the party.