σκεπάζω
[skeˈpazo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
покрывать, накрывать
to cover · σκεπάζω το τραπέζι — накрываю стол
2
скрывать, утаивать
to conceal, hide · σκεπάζω την αλήθεια — скрываю правду
Грамматика
Настоящее время
εγώ
σκεπάζω
εσύ
σκεπάζεις
αυτός
σκεπάζει
εμείς
σκεπάζουμε
εσείς
σκεπάζετε
αυτοί
σκεπάζουν
Аорист
εγώ
σκέπασα
εσύ
σκέπασες
αυτός
σκέπασε
εμείς
σκεπάσαμε
εσείς
σκεπάσατε
αυτοί
σκέπασαν
Будущее
εγώ
θα σκεπάσω
εσύ
θα σκεπάσεις
αυτός
θα σκεπάσει
εμείς
θα σκεπάσουμε
εσείς
θα σκεπάσετε
αυτοί
θα σκεπάσουν
Примеры
Σκέπασε το παιδί με μια κουβέρτα.
Она накрыла ребёнка одеялом. · She covered the child with a blanket.
Το χιόνι σκεπάζει τα산.
Снег покрывает горы. · Snow covers the mountains.
Δεν μπορείς να σκεπάσεις τα προβλήματα.
Ты не можешь скрывать проблемы. · You can't hide the problems.
Σκεπάζουν τα έπιπλα πριν φύγουν.
Они покрывают мебель перед тем как уйти. · They cover the furniture before they leave.