Греческий словарь
с грамматикой

σκεκιάζω

[skeˈkjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
затенять, создавать тень
to shade, to cast a shadow · το δέντρο σκεκιάζει το σπίτι — дерево затеняет дом
2
затемнять (в рисунке), наносить тень
to shade (in drawing or art), to apply shading · σκεκιάζω μια περιοχή με μολύβι — я затемняю область карандашом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκεκιάζω
εσύ
σκεκιάζεις
αυτός
σκεκιάζει
εμείς
σκεκιάζουμε
εσείς
σκεκιάζετε
αυτοί
σκεκιάζουν
Аорист
εγώ
σκέκιασα
εσύ
σκέκιασες
αυτός
σκέκιασε
εμείς
σκεκιάσαμε
εσείς
σκεκιάσατε
αυτοί
σκέκιασαν
Будущее
εγώ
θα σκεκιάσω
εσύ
θα σκεκιάσεις
αυτός
θα σκεκιάσει
εμείς
θα σκεκιάσουμε
εσείς
θα σκεκιάσετε
αυτοί
θα σκεκιάσουν

Примеры

Το μεγάλο δέντρο σκεκιάζει ολόκληρη την αυλή.
Большое дерево затеняет весь двор. · The big tree shades the entire yard.
Όταν σκεκίαζες το πρόσωπό της, δεν το έβλεπε καλά.
Когда ты затенял её лицо, она видела плохо. · When you shaded her face, she could not see well.
Θα σκεκιάσουν την πόρτα με έναν πίνακα ζωγραφικής.
Они затемнят дверь картиной. · They will shade the door with a painting.
Σκέκιασε τα μάτια της με το χέρι της.
Она затенила свои глаза рукой. · She shaded her eyes with her hand.