Греческий словарь
с грамматикой

σκατώνω

[skatˈono]глаголB1

Значения

1
портить, загрязнять (грубо)
to mess up, to ruin, to soil (vulgar) · σκατώνω τα πάντα — я всё портю
2
проваливать, не удаваться (грубо)
to fail, to screw up (vulgar) · σκατώνω το μάθημα — я завалил экзамен

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκατώνω
εσύ
σκατώνεις
αυτός
σκατώνει
εμείς
σκατώνουμε
εσείς
σκατώνετε
αυτοί
σκατώνουν
Аорист
εγώ
σκάτωσα
εσύ
σκάτωσες
αυτός
σκάτωσε
εμείς
σκατώσαμε
εσείς
σκατώσατε
αυτοί
σκάτωσαν
Будущее
εγώ
θα σκατώσω
εσύ
θα σκατώσεις
αυτός
θα σκατώσει
εμείς
θα σκατώσουμε
εσείς
θα σκατώσετε
αυτοί
θα σκατώσουν

Примеры

Μην σκατώνεις το δωμάτιό σου με λάσπη.
Не пачкай свою комнату грязью. · Don't soil your room with mud.
Σκάτωσα το διαγώνισμα χθες.
Я завалил контрольную вчера. · I messed up the test yesterday.
Δεν θέλω να σκατώσω αυτή την ευκαιρία.
Я не хочу упустить эту возможность. · I don't want to blow this opportunity.
Τα παιδιά σκατώνουν τα έπιπλα κάθε μέρα.
Дети портят мебель каждый день. · The kids wreck the furniture every day.