Греческий словарь
с грамматикой

σκαρφαλώνω

[skarfaˈlono]глаголA2

Значения

1
лазить, взбираться (по скалам, деревьям и т. д.)
to climb, to clamber (up rocks, trees, etc.) · σκαρφαλώνω στο δέντρο — лазить на дерево
2
взбираться с трудом, карабкаться
to scramble, to clamber with difficulty · σκαρφαλώνω ανηφορικά — взбираться в гору

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκαρφαλώνω
εσύ
σκαρφαλώνεις
αυτός
σκαρφαλώνει
εμείς
σκαρφαλώνουμε
εσείς
σκαρφαλώνετε
αυτοί
σκαρφαλώνουν
Аорист
εγώ
σκαρφάλωσα
εσύ
σκαρφάλωσες
αυτός
σκαρφάλωσε
εμείς
σκαρφαλώσαμε
εσείς
σκαρφαλώσατε
αυτοί
σκαρφάλωσαν
Будущее
εγώ
θα σκαρφαλώσω
εσύ
θα σκαρφαλώσεις
αυτός
θα σκαρφαλώσει
εμείς
θα σκαρφαλώσουμε
εσείς
θα σκαρφαλώσετε
αυτοί
θα σκαρφαλώσουν

Примеры

Τα παιδιά σκαρφαλώνουν στο μεγάλο δέντρο.
Дети лазят на большое дерево. · The children are climbing the big tree.
Σκαρφάλωσα στη σκάλα για να πάρω τη λάμπα.
Я взобрался на лестницу, чтобы взять лампу. · I climbed the ladder to get the lamp.
Θα σκαρφαλώσουμε στο βουνό αύριο.
Мы будем лазить в горах завтра. · We'll be climbing the mountain tomorrow.