Греческий словарь
с грамматикой

σκανδαλίζω

[skanðaˈlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
возмущать, шокировать, оскорблять
to shock, to offend, to scandalize · με σκανδαλίζει αυτή η συμπεριφορά — меня шокирует такое поведение
2
быть причиной соблазна (архаичное/религиозное)
to cause to stumble in faith (archaic/religious) · μην σκανδαλίζετε τα παιδιά — не ведите детей ко греху

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκανδαλίζω
εσύ
σκανδαλίζεις
αυτός
σκανδαλίζει
εμείς
σκανδαλίζουμε
εσείς
σκανδαλίζετε
αυτοί
σκανδαλίζουν
Аорист
εγώ
σκανδάλισα
εσύ
σκανδάλισες
αυτός
σκανδάλισε
εμείς
σκανδαλίσαμε
εσείς
σκανδαλίσατε
αυτοί
σκανδάλισαν
Будущее
εγώ
θα σκανδαλίσω
εσύ
θα σκανδαλίσεις
αυτός
θα σκανδαλίσει
εμείς
θα σκανδαλίσουμε
εσείς
θα σκανδαλίσετε
αυτοί
θα σκανδαλίσουν

Примеры

Τον σκανδάλισε η δήλωση του πολιτικού.
Его шокировало заявление политика. · The politician's statement shocked him.
Δεν με σκανδαλίζουν πια τέτοια πράγματα.
Меня больше не возмущают такие вещи. · Things like that don't offend me anymore.
Η συμπεριφορά του σκανδάλισε ολόκληρη την κοινότητα.
Его поведение возмутило всё сообщество. · His behavior scandalized the entire community.
Θα σκανδαλίσει τους συντηρητικούς με αυτή τη δήλωση.
Он шокирует консерваторов этим заявлением. · He will shock the conservatives with that statement.