σκίση
[ˈskisi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
разрыв, разрывание (действие)
tearing, ripping (the action) · η σκίση του χαρτιού — разрывание бумаги
2
разрыв, дыра, трещина (результат)
tear, rip, hole (the result) · μια σκίση στο ύφασμα — разрыв в ткани
Грамматика
Ед. ч.
им.
η σκίση
вин.
την σκίση
род.
της σκίσης
зват.
σκίση
Мн. ч.
им.
οι σκίσεις
вин.
τις σκίσεις
род.
των σκίσεων
зват.
σκίσεις
Примеры
Η σκίση του παντελονιού είναι αρκετά μεγάλη.
Разрыв на брюках довольно большой. · The tear in the trousers is quite large.
Κατά τη σκίση του χαρτιού, άκουσα έναν θόρυβο.
Когда я разрывал бумагу, услышал звук. · While tearing the paper, I heard a sound.
Οι σκίσεις στη ζακέτα χρειάζονται επιδιόρθωση.
Разрывы на пиджаке нуждаются в ремонте. · The tears in the jacket need repair.
Πώς έγινε αυτή η σκίση;
Как произошёл этот разрыв? · How did this tear happen?