Греческий словарь
с грамматикой

σκίζω

[ˈskizo]глаголA2

Значения

1
рвать, разрывать (бумагу, ткань и т.п.)
to tear, to rip (paper, fabric, etc.) · σκίζω το χαρτί — рву бумагу
2
разрывать, расходиться (о ткани при ношении)
to tear, to split (of fabric during wear) · το παντελόνι σκίστηκε — брюки порвались

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκίζω
εσύ
σκίζεις
αυτός
σκίζει
εμείς
σκίζουμε
εσείς
σκίζετε
αυτοί
σκίζουν
Аорист
εγώ
έσκισα
εσύ
έσκισες
αυτός
έσκισε
εμείς
σκίσαμε
εσείς
σκίσατε
αυτοί
έσκισαν
Будущее
εγώ
θα σκίσω
εσύ
θα σκίσεις
αυτός
θα σκίσει
εμείς
θα σκίσουμε
εσείς
θα σκίσετε
αυτοί
θα σκίσουν

Примеры

Το παιδί σκίζει το χαρτί με τα χέρια του.
Ребёнок рвёт бумагу руками. · The child tears the paper with his hands.
Έσκισε το φόρεμά της όταν κάθισε.
Она порвала своё платье, когда села. · She tore her dress when she sat down.
Προσέχ να μην σκίσεις την τσάντα σου.
Осторожно, не порви свою сумку. · Be careful not to tear your bag.
Τα παντελόνια του σκίστηκαν στο γόνατο.
Его брюки порвались на колене. · His trousers ripped at the knee.