Греческий словарь
с грамматикой

σκέφτομαι

[ˈskeftome]глаголA2

Значения

1
думать, размышлять
to think, to reflect · σκέφτομαι για το μάθημα — думаю о уроке
2
собираться, иметь намерение
to intend, to plan · σκέφτομαι να πάω — собираюсь пойти

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκέφτομαι
εσύ
σκέφτεσαι
αυτός
σκέφτεται
εμείς
σκεπτόμαστε
εσείς
σκέφτεστε
αυτοί
σκέφτονται
Аорист
εγώ
σκέφτηκα
εσύ
σκέφτηκες
αυτός
σκέφτηκε
εμείς
σκεφτήκαμε
εσείς
σκεφτήκατε
αυτοί
σκέφτηκαν
Будущее
εγώ
θα σκεφτώ
εσύ
θα σκεφτείς
αυτός
θα σκεφτεί
εμείς
θα σκεφτούμε
εσείς
θα σκεφτείτε
αυτοί
θα σκεφτούν

Примеры

Σκέφτομαι ότι θα έχει καλό καιρό αύριο.
Я думаю, что завтра будет хорошая погода. · I think it will be nice weather tomorrow.
Τι σκέφτεσαι για αυτή τη ταινία;
Что ты думаешь об этом фильме? · What do you think about that film?
Σκέφτηκα ότι ήταν λάθος απόφαση.
Я подумал, что это была ошибка. · I thought it was the wrong decision.
Σκέφτεται να σπουδάσει ιατρική.
Он собирается учиться на врача. · He is planning to study medicine.