Греческий словарь
с грамматикой

σκέπτομαι

[ˈskeptome]глаголA2

Значения

1
думать, размышлять
think, reflect · Τι σκέπτεσαι; — О чём ты думаешь?
2
намереваться, собираться
intend, plan to · Σκέπτομαι να φύγω αύριο. — Я собираюсь уехать завтра.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σκέπτομαι
εσύ
σκέπτεσαι
αυτός
σκέπτεται
εμείς
σκεπτόμαστε
εσείς
σκέπτεστε
αυτοί
σκέπτονται
Аорист
εγώ
σκέφτηκα
εσύ
σκέφτηκες
αυτός
σκέφτηκε
εμείς
σκεφτήκαμε
εσείς
σκεφτήκατε
αυτοί
σκέφτηκαν
Будущее
εγώ
θα σκεφτώ
εσύ
θα σκεφτείς
αυτός
θα σκεφτεί
εμείς
θα σκεφτούμε
εσείς
θα σκεφτείτε
αυτοί
θα σκεφτούν

Примеры

Σκέπτομαι ότι αύριο θα βρέχει.
Я думаю, что завтра будет дождь. · I think it will rain tomorrow.
Τι σκέφτηκες γι' αυτό;
Что ты об этом подумал? · What did you think about that?
Σκέπτεται να αλλάξει δουλειά.
Он/она собирается сменить работу. · He/she is planning to change jobs.
Πάντα σκεπτόμαστε για το μέλλον.
Мы всегда думаем о будущем. · We always think about the future.