Греческий словарь
с грамматикой

σιχαίνομαι

[siˈxɛnomɛ]глаголB1

Значения

1
испытывать отвращение, гадить
to feel disgusted, to be revolted by · σιχαίνομαι τη βρομιά — испытывать отвращение к грязи
2
находить противным, не переносить
to find repulsive, to loathe · σιχαίνομαι τις αχαριστίες — ненавижу неблагодарность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σιχαίνομαι
εσύ
σιχαίνεσαι
αυτός
σιχαίνεται
εμείς
σιχαινόμαστε
εσείς
σιχαίνεστε
αυτοί
σιχαίνονται
Аорист
εγώ
σιχάθηκα
εσύ
σιχάθηκες
αυτός
σιχάθηκε
εμείς
σιχαθήκαμε
εσείς
σιχαθήκατε
αυτοί
σιχάθηκαν
Будущее
εγώ
θα σιχαθώ
εσύ
θα σιχαθείς
αυτός
θα σιχαθεί
εμείς
θα σιχαθούμε
εσείς
θα σιχαθείτε
αυτοί
θα σιχαθούν

Примеры

Σιχαίνεται τα σαράντα και δεν μπορεί να φάει.
Его тошнит от грязи, и он не может есть. · He is so disgusted by the dirt that he can't eat.
Σιχάθηκα όταν είδα πώς συμπεριφέρθηκε στη μητέρα του.
Я испытал отвращение, когда увидел, как он обращался со своей матерью. · I was appalled when I saw how he treated his mother.
Σιχαίνονται τέτοιες συμπεριφορές και δεν θέλουν να τις δεχθούν.
Они находят такое поведение отвратительным и не хотят его мириться. · They find such behaviour repulsive and won't tolerate it.