Греческий словарь
с грамматикой

σιδερώνω

[siðeˈrono]глаголгруппа А (безударное -ω)A2

Значения

1
гладить (одежду)
to iron (clothes) · σιδερώνω το πουκάμισο — глажу рубашку
2
укреплять, закалять
to harden, to toughen · σιδερώνω τη θέλησή μας — укрепляю нашу волю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σιδερώνω
εσύ
σιδερώνεις
αυτός
σιδερώνει
εμείς
σιδερώνουμε
εσείς
σιδερώνετε
αυτοί
σιδερώνουν
Аорист
εγώ
σίδερωσα
εσύ
σίδερωσες
αυτός
σίδερωσε
εμείς
σιδερώσαμε
εσείς
σιδερώσατε
αυτοί
σίδερωσαν
Будущее
εγώ
θα σιδερώσω
εσύ
θα σιδερώσεις
αυτός
θα σιδερώσει
εμείς
θα σιδερώσουμε
εσείς
θα σιδερώσετε
αυτοί
θα σιδερώσουν

Примеры

Κάθε Δευτέρα σιδερώνω τα ρούχα μας.
Каждый понедельник я глажу нашу одежду. · Every Monday I iron our clothes.
Σίδερωσε το φόρεμά της πριν το πάρτι.
Она погладила своё платье перед вечеринкой. · She ironed her dress before the party.
Τα δυσκολα χρόνια σιδέρωναν τη ψυχή του.
Трудные времена закаляли его душу. · The hard times hardened his soul.
Θα σιδερώσει το πουκάμισο για τη συνέντευξη.
Он погладит рубашку для собеседования. · He will iron the shirt for the interview.