Греческий словарь
с грамматикой

σηματοδοτώ

[simatodoˈto]глаголB2

Значения

1
знаменовать собой, обозначать начало
to mark, to signal the beginning of · σηματοδοτεί νέα εποχή — ознаменовывает новую эпоху
2
указывать, служить признаком
to indicate, to be a sign of · αυτό σηματοδοτεί πρόβλημα — это указывает на проблему

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σηματοδοτώ
εσύ
σηματοδοτείς
αυτός
σηματοδοτεί
εμείς
σηματοδοτούμε
εσείς
σηματοδοτείτε
αυτοί
σηματοδοτούν
Аорист
εγώ
σηματοδότησα
εσύ
σηματοδότησες
αυτός
σηματοδότησε
εμείς
σηματοδοτήσαμε
εσείς
σηματοδοτήσατε
αυτοί
σηματοδότησαν
Будущее
εγώ
θα σηματοδοτήσω
εσύ
θα σηματοδοτήσεις
αυτός
θα σηματοδοτήσει
εμείς
θα σηματοδοτήσουμε
εσείς
θα σηματοδοτήσετε
αυτοί
θα σηματοδοτήσουν

Примеры

Αυτό το γεγονός σηματοδοτεί μια νέα περίοδο.
Это событие ознаменовывает новый период. · This event marks the beginning of a new period.
Η αύξηση των τιμών σηματοδοτεί τα προβλήματα της οικονομίας.
Рост цен указывает на проблемы экономики. · The rise in prices signals the economy's problems.
Η επιστροφή του προέδρου σηματοδότησε το τέλος της κρίσης.
Возвращение президента ознаменовало конец кризиса. · The president's return marked the end of the crisis.