σημαιοφόρος
[simiofˈoros]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
знаменосец, флагоносец
standard-bearer, flag-bearer · ο σημαιοφόρος της παρέλασης — знаменосец парада
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σημαιοφόρος
вин.
τον σημαιοφόρο
род.
του σημαιοφόρου
зват.
σημαιοφόρε
Мн. ч.
им.
οι σημαιοφόροι
вин.
τους σημαιοφόρους
род.
των σημαιοφόρων
зват.
σημαιοφόροι
Примеры
Ο σημαιοφόρος μαρχάρει μπροστά από τη δυνατότητα.
Знаменосец идёт впереди военного подразделения. · The flag-bearer marches at the front of the military unit.
Ο σημαιοφόρος του σχολείου κρατά περήφανα τη σημαία.
Знаменосец школы с гордостью держит флаг. · The school's flag-bearer proudly holds the flag.
Στη στρατιωτική τελετή, ο σημαιοφόρος είχε τιμητική θέση.
На военной церемонии знаменосец занимал почётное место. · At the military ceremony, the standard-bearer held a place of honour.