σερβιτόρος
[serviˈtoros]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
официант, келнер
waiter · σερβιτόρος στο εστιατόριο — официант в ресторане
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σερβιτόρος
вин.
τον σερβιτόρο
род.
του σερβιτόρου
зват.
σερβιτόρε
Мн. ч.
им.
οι σερβιτόροι
вин.
τους σερβιτόρους
род.
των σερβιτόρων
зват.
σερβιτόροι
Примеры
Ο σερβιτόρος φέρνει το φαγητό.
Официант приносит еду. · The waiter brings the food.
Ζήτησα από τον σερβιτόρο το λογαριασμό.
Я попросил у официанта счёт. · I asked the waiter for the bill.
Οι σερβιτόροι εργάζονται κάθε βράδυ.
Официанты работают каждый вечер. · The waiters work every evening.