σεναριογράφος
[senariɔˈɣrafɔs]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
сценарист, автор сценария
screenwriter, scriptwriter · γράφει σενάρια για ταινίες — пишет сценарии для фильмов
Грамматика
Ед. ч.
им.
o σεναριογράφος
вин.
τον σεναριογράφο
род.
του σεναριογράφου
зват.
σεναριογράφε
Мн. ч.
им.
οι σεναριογράφοι
вин.
τους σεναριογράφους
род.
των σεναριογράφων
зват.
σεναριογράφοι
Примеры
Ο σεναριογράφος έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον σενάριο.
Сценарист написал очень интересный сценарий. · The screenwriter wrote a very interesting script.
Η ταινία δημιουργήθηκε από τον περίφημο σεναριογράφο Παναγιώτη.
Фильм был создан известным сценаристом Панайотисом. · The film was created by the renowned screenwriter Panayotis.
Οι νέοι σεναριογράφοι συμμετέχουν σε διεθνές φεστιβάλ.
Молодые сценаристы участвуют в международном фестивале. · Young screenwriters participate in an international festival.