Греческий словарь
с грамматикой

σείω

[ˈseːo]глаголB1

Значения

1
трясти, колебать
to shake, to sway · σείω το κεφάλι — трясу головой
2
потрясать (кого-либо), взбудоражить
to shake (someone up), to disturb, to unsettle · σείω την πόλη — потрясаю город (новостью)

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σείω
εσύ
σείεις
αυτός
σείει
εμείς
σείουμε
εσείς
σείετε
αυτοί
σείουν
Аорист
εγώ
έσεισα
εσύ
έσεισες
αυτός
έσεισε
εμείς
σείσαμε
εσείς
σείσατε
αυτοί
έσεισαν
Будущее
εγώ
θα σείσω
εσύ
θα σείσεις
αυτός
θα σείσει
εμείς
θα σείσουμε
εσείς
θα σείσετε
αυτοί
θα σείσουν

Примеры

Ο άνεμος σείει τα δέντρα.
Ветер колеблет деревья. · The wind shakes the trees.
Έσεισα το κεφάλι μου για να πω όχι.
Я потряс головой, чтобы сказать нет. · I shook my head to say no.
Η είδηση έσεισε ολόκληρη την κοινωνία.
Новость потрясла всё общество. · The news shook the entire society.
Το σπίτι σείεται από τα φορτηγά.
Дом колеблется от грузовиков. · The house trembles from the trucks.