Греческий словарь
с грамматикой

σβήνω

[ˈzvino]глаголA1

Значения

1
гасить, тушить (огонь, свет)
to extinguish, to turn off (light, fire) · σβήνω το φως — гасить свет
2
стирать, вытирать
to wipe out, to erase · σβήνω το γραπτό — стирать написанное

Грамматика

Настоящее время
εγώ
σβήνω
εσύ
σβήνεις
αυτός
σβήνει
εμείς
σβήνουμε
εσείς
σβήνετε
αυτοί
σβήνουν
Аорист
εγώ
έσβησα
εσύ
έσβησες
αυτός
έσβησε
εμείς
σβήσαμε
εσείς
σβήσατε
αυτοί
έσβησαν
Будущее
εγώ
θα σβήσω
εσύ
θα σβήσεις
αυτός
θα σβήσει
εμείς
θα σβήσουμε
εσείς
θα σβήσετε
αυτοί
θα σβήσουν

Примеры

Σβήσε το φως πριν φύγεις.
Погаси свет перед тем, как уйти. · Turn off the light before you leave.
Ο Γιάννης έσβησε το τσιγάρο του.
Янис потушил свою сигарету. · Yiannis extinguished his cigarette.
Σβήνουν τα φώτα στις 11 το βράδυ.
Огни гасят в 11 часов вечера. · The lights go out at 11 p.m.
Σβήνω το λάθος με τη γόμα.
Я стираю ошибку ластиком. · I erase the mistake with an eraser.