σαμποτάζ
[samboˈtaːz]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
саботаж, намеренное повреждение или срыв
sabotage, deliberate damage or disruption · σαμποτάζ των μηχανών — саботаж машин
2
акт саботажа, диверсия
act of sabotage, act of saboteur · πολιτικό σαμποτάζ — политический саботаж
Грамматика
Ед. ч.
им.
το σαμποτάζ
вин.
το σαμποτάζ
род.
του σαμποτάζ
зват.
σαμποτάζ
Мн. ч.
им.
τα σαμποτάζ
вин.
τα σαμποτάζ
род.
των σαμποτάζ
зват.
σαμποτάζ
Примеры
Το σαμποτάζ των σιδηροδρόμων καθυστέρησε τη μεταφορά.
Саботаж железных дорог задержал доставку. · The sabotage of the railways delayed the transport.
Οι αντάρτες διέπραξαν σαμποτάζ στις εγκαταστάσεις.
Партизаны осуществили диверсию на объектах. · The partisans carried out sabotage at the facilities.
Κατηγορήθηκε για σαμποτάζ της παραγωγής.
Его обвинили в саботаже производства. · He was accused of sabotaging the production.