σαμουράι
[samuˈrai]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
самурай (японский воин)
samurai (Japanese warrior) · ο σαμουράι του Ιαπωνίας — японский самурай
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σαμουράι
вин.
τον σαμουράι
род.
του σαμουράι
зват.
σαμουράι
Мн. ч.
им.
οι σαμουράι
вин.
τους σαμουράι
род.
των σαμουράι
зват.
σαμουράι
Примеры
Ο σαμουράι ήταν ο ιάπωνας πολεμιστής.
Самурай был японским воином. · The samurai was a Japanese warrior.
Οι σαμουράι ακολουθούσαν τον κώδικα του μπουσίντο.
Самураи следовали кодексу бусидо. · Samurai followed the code of bushido.
Έναν σαμουράι χαρακτηρίζει η τιμή και η πειθαρχία.
Самурая характеризуют честь и дисциплина. · A samurai is characterized by honor and discipline.