σαμάνος
[saˈmanos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
шаман
shaman · ο σαμάνος της φυλής — шаман племени
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο σαμάνος
вин.
τον σαμάνο
род.
του σαμάνου
зват.
σαμάνε
Мн. ч.
им.
οι σαμάνοι
вин.
τους σαμάνους
род.
των σαμάνων
зват.
σαμάνοι
Примеры
Ο σαμάνος της φυλής έκανε τελετές θerapείας.
Шаман племени проводил обряды исцеления. · The shaman of the tribe performed healing ceremonies.
Στη Σιβηρία, οι σαμάνοι ήταν σημαντικές προσωπικότητες.
В Сибири шаманы были важными личностями. · In Siberia, shamans were important figures.
Τον σαμάνο τον θεωρούσαν γέφυρα με τον πνευματικό κόσμο.
Шамана считали мостом в духовный мир. · They considered the shaman a bridge to the spiritual world.