ρόλος
[ˈrolos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
роль, функция
role, part · ο ρόλος του πρωταγωνιστή — роль главного персонажа
2
роль (в пьесе, фильме)
role (in a play, film) · παίζει ένα σημαντικό ρόλο — играет важную роль
3
свиток (исторически)
scroll (historically) · αρχαίος ρόλος παπύρου — древний папирусный свиток
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ρόλος
вин.
το ρόλο
род.
του ρόλου
зват.
ρόλε
Мн. ч.
им.
οι ρόλοι
вин.
τους ρόλους
род.
των ρόλων
зват.
ρόλοι
Примеры
Ο ρόλος του είναι πολύ σημαντικός στην εταιρεία.
Его роль очень важна в компании. · His role is very important in the company.
Αυτή η ηθοποιός έπαιξε τον ρόλο της Αμλέτ.
Эта актриса сыграла роль Гамлета. · This actress played the role of Hamlet.
Οι ρόλοι των γονέων είναι καθοριστικοί για τα παιδιά.
Роли родителей решающи для детей. · The roles of parents are decisive for children.
Στο θέατρο παίζουν πολλούς διαφορετικούς ρόλους.
В театре они играют много разных ролей. · In the theatre they perform many different roles.