Греческий словарь
с грамматикой

ρωτάω

[roˈtao]глаголA1

Значения

1
спрашивать, задавать вопрос
to ask, to question · ρωτώ τον καθηγητή — спрашиваю учителя
2
просить (попросить у кого-либо)
to request, to ask for · ρώτησα χρήματα — попросил денег

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ρωτάω
εσύ
ρωτάς
αυτός
ρωτάει
εμείς
ρωτάμε
εσείς
ρωτάτε
αυτοί
ρωτάνε
Аорист
εγώ
ρώτησα
εσύ
ρώτησες
αυτός
ρώτησε
εμείς
ρωτήσαμε
εσείς
ρωτήσατε
αυτοί
ρώτησαν
Будущее
εγώ
θα ρωτήσω
εσύ
θα ρωτήσεις
αυτός
θα ρωτήσει
εμείς
θα ρωτήσουμε
εσείς
θα ρωτήσετε
αυτοί
θα ρωτήσουν

Примеры

Η δασκάλα ρωτάει τους μαθητές.
Учительница спрашивает учеников. · The teacher asks the students.
Χθες ρώτησα τον φίλο μου για τα νέα.
Вчера я спросил друга о новостях. · Yesterday I asked my friend about the news.
Θα ρωτήσω το περιβόλι πόσο κάνει.
Я спрошу у киоска, сколько это стоит. · I'll ask at the kiosk how much it costs.
Ρώτα με αν έχω χρόνο.
Спроси меня, есть ли у меня время. · Ask me if I have time.