Греческий словарь
с грамматикой

ρυθμίζω

[riθˈmizo]глаголB1

Значения

1
регулировать, настраивать
to regulate, to adjust, to set · ρυθμίζω την θερμοκρασία — регулирую температуру
2
упорядочивать, организовывать
to organize, to put in order, to arrange · ρυθμίζω τα προβλήματα — улаживаю проблемы
3
управлять (движением, потоком и т.п.)
to control, to direct (traffic, flow, etc.) · ρυθμίζω την κυκλοφορία — регулирую движение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ρυθμίζω
εσύ
ρυθμίζεις
αυτός
ρυθμίζει
εμείς
ρυθμίζουμε
εσείς
ρυθμίζετε
αυτοί
ρυθμίζουν
Аорист
εγώ
ρύθμισα
εσύ
ρύθμισες
αυτός
ρύθμισε
εμείς
ρυθμίσαμε
εσείς
ρυθμίσατε
αυτοί
ρύθμισαν
Будущее
εγώ
θα ρυθμίσω
εσύ
θα ρυθμίσεις
αυτός
θα ρυθμίσει
εμείς
θα ρυθμίσουμε
εσείς
θα ρυθμίσετε
αυτοί
θα ρυθμίσουν

Примеры

Ρυθμίζω τον ήχο της τηλεόρασης.
Я регулирую громкость телевизора. · I'm adjusting the volume of the TV.
Έπρεπε να ρυθμίσουμε τις διαφορές μας.
Нам пришлось разрешить наши разногласия. · We had to settle our differences.
Ο μηχανικός ρυθμίζει τη μηχανή κάθε μήνα.
Механик регулирует машину каждый месяц. · The mechanic adjusts the engine every month.
Θα ρυθμίσουν τα φώτα της κυκλοφορίας αύριο.
Завтра они отрегулируют светофоры. · They will adjust the traffic lights tomorrow.