ρυάκι
[rʝˈaki]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
ручей, маленький поток воды
stream, small flow of water · το ρυάκι στο δάσος — ручей в лесу
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ρυάκι
вин.
το ρυάκι
род.
του ρυακιού
зват.
ρυάκι
Мн. ч.
им.
τα ρυάκια
вин.
τα ρυάκια
род.
των ρυακιών
зват.
ρυάκια
Примеры
Το ρυάκι ρέει ήσυχα στο βουνό.
Ручей тихо течёт в горах. · The stream flows quietly in the mountains.
Τα παιδιά παίζουν δίπλα στα ρυάκια.
Дети играют рядом с ручьями. · The children play near the streams.
Ακούω τον ήχο του ρυακιού από το σπίτι.
Я слышу звук ручья из дома. · I can hear the sound of the stream from the house.