Греческий словарь
с грамматикой

ροχαλίζω

[roxaˈlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2

Значения

1
храпеть
to snore · ροχαλίζει όταν κοιμάται — храпит, когда спит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ροχαλίζω
εσύ
ροχαλίζεις
αυτός
ροχαλίζει
εμείς
ροχαλίζουμε
εσείς
ροχαλίζετε
αυτοί
ροχαλίζουν
Аорист
εγώ
ροχάλισα
εσύ
ροχάλισες
αυτός
ροχάλισε
εμείς
ροχαλίσαμε
εσείς
ροχαλίσατε
αυτοί
ροχάλισαν
Будущее
εγώ
θα ροχαλίσω
εσύ
θα ροχαλίσεις
αυτός
θα ροχαλίσει
εμείς
θα ροχαλίσουμε
εσείς
θα ροχαλίσετε
αυτοί
θα ροχαλίσουν

Примеры

Ο πατέρας μου ροχαλίζει κάθε νύχτα.
Мой отец храпит каждую ночь. · My father snores every night.
Χθες ροχάλισα και ξύπνησα τη γυναίκα μου.
Вчера я захрапел и разбудил свою жену. · Yesterday I snored and woke up my wife.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ γιατί ο συγκάτοικός μου ροχαλίζει.
Я не могу спать, потому что мой сосед по комнате храпит. · I can't sleep because my roommate is snoring.