ρομπότ
[roˈbot]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
робот (механическое устройство)
robot (mechanical device) · το ρομπότ δουλεύει αυτόματα — робот работает автоматически
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ρομπότ
вин.
το ρομπότ
род.
του ρομπότ
зват.
ρομπότ
Мн. ч.
им.
τα ρομπότ
вин.
τα ρομπότ
род.
των ρομπότ
зват.
ρομπότ
Примеры
Το ρομπότ καθαρίζει το σπίτι κάθε μέρα.
Робот убирает дом каждый день. · The robot cleans the house every day.
Αυτό το ρομπότ είναι πολύ έξυπνο.
Этот робот очень умный. · This robot is very smart.
Τα ρομπότ χρησιμοποιούνται στα εργοστάσια.
Роботы используются на заводах. · Robots are used in factories.