Греческий словарь
с грамматикой

ρισκάρω

[risˈkaro]глаголB1

Значения

1
рисковать, идти на риск
to risk, to take a chance · ρισκάρω τα λεφτά μου — рисковать своими деньгами
2
подвергать опасности, ставить под угрозу
to jeopardize, to put at risk · ρισκάρω την υγεία μου — подвергать опасности здоровье

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ρισκάρω
εσύ
ρισκάρεις
αυτός
ρισκάρει
εμείς
ρισκάρουμε
εσείς
ρισκάρετε
αυτοί
ρισκάρουν
Аорист
εγώ
ρίσκαρα
εσύ
ρίσκαρες
αυτός
ρίσκαρε
εμείς
ρισκάραμε
εσείς
ρισκάρατε
αυτοί
ρίσκαραν
Будущее
εγώ
θα ρισκάρω
εσύ
θα ρισκάρεις
αυτός
θα ρισκάρει
εμείς
θα ρισκάρουμε
εσείς
θα ρισκάρετε
αυτοί
θα ρισκάρουν

Примеры

Δεν θέλω να ρισκάρω τη δουλειά μου.
Я не хочу рисковать своей работой. · I don't want to jeopardize my job.
Ρίσκαρε τα πάντα και χάλασε.
Он рискнул всем и проиграл. · He risked everything and lost.
Αν ρισκάρεις πολλά, μπορεί να κερδίσεις πολλά.
Если много рискуешь, можешь много выиграть. · If you risk a lot, you might win big.
Θα ρισκάρουν την υγεία τους με αυτό.
Они подвергнут опасности своё здоровье этим. · They'll jeopardize their health with that.