Греческий словарь
с грамматикой

ρινόκερος

[riˈnokeros]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
носорог (животное)
rhinoceros (animal) · το μεγάλο άγριο ζώο — большое дикое животное

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ρινόκερος
вин.
τον ρινόκερο
род.
του ρινόκερου
зват.
ρινόκερε
Мн. ч.
им.
οι ρινόκεροι
вин.
τους ρινόκερους
род.
των ρινόκερων
зват.
ρινόκεροι

Примеры

Ο ρινόκερος είναι ένα μεγάλο και δυνατό ζώο.
Носорог — это большое и сильное животное. · The rhinoceros is a large and powerful animal.
Τον ρινόκερο το προστατεύουν από κυνηγούς.
Носорога защищают от охотников. · The rhinoceros is protected from hunters.
Στο ζωολογικό κήπο είδαμε τρεις ρινόκερους.
В зоопарке мы видели трёх носорогов. · At the zoo we saw three rhinoceroses.