ρινικός
[riniˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
носовой, назальный
nasal, relating to the nose · ρινικοί φθόγγοι — носовые звуки
Грамматика
мужской род
им.
ρινικός
вин.
ρινικό
род.
ρινικού
зват.
ρινικέ
женский род
им.
ρινική
вин.
ρινική
род.
ρινικής
зват.
ρινική
средний род
им.
ρινικό
вин.
ρινικό
род.
ρινικού
зват.
ρινικό
Примеры
Τα ρινικά φωνήματα είναι κοινά σε πολλές γλώσσες.
Носовые звуки встречаются во многих языках. · Nasal sounds are common in many languages.
Η ρινική αποχέτευση είναι σημαντική για την υγεία.
Назальный дренаж важен для здоровья. · Nasal drainage is important for health.
Ο ρινικός καναλικός επιτρέπει τη διέλευση του αέρα.
Носовой канал позволяет воздуху проходить. · The nasal passage allows air to flow through.