ριζώνω
[riˈzono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
пускать корни, укореняться
to take root, to root · το φυτό ριζώνει στο χώμα — растение пускает корни в почву
2
утверждаться, прочно устанавливаться
to become established, to take hold · οι παραδόσεις ριζώνονται στη κοινωνία — традиции прочно утверждаются в обществе
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ριζώνω
εσύ
ριζώνεις
αυτός
ριζώνει
εμείς
ριζώνουμε
εσείς
ριζώνετε
αυτοί
ριζώνουν
Аорист
εγώ
ρίζωσα
εσύ
ρίζωσες
αυτός
ρίζωσε
εμείς
ριζώσαμε
εσείς
ριζώσατε
αυτοί
ρίζωσαν
Будущее
εγώ
θα ριζώσω
εσύ
θα ριζώσεις
αυτός
θα ριζώσει
εμείς
θα ριζώσουμε
εσείς
θα ριζώσετε
αυτοί
θα ριζώσουν
Примеры
Τα δέντρα ριζώνουν βαθιά στο έδαφος.
Деревья глубоко укореняются в земле. · Trees take root deep in the soil.
Η παράδοση ριζώθηκε στον πολιτισμό μας.
Традиция прочно утвердилась в нашей культуре. · The tradition became firmly rooted in our culture.
Αυτές οι ιδέες ριζώνουν μέσα στις νέες γενιές.
Эти идеи укореняются в новых поколениях. · These ideas are taking root in younger generations.
Θα ριζώσει το φυτό σε ένα μήνα περίπου.
Растение укоренится примерно за месяц. · The plant will have taken root in about a month.