Греческий словарь
с грамматикой

ραμφίζω

[raˈmfizo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
клевать (о птице)
to peck (of a bird) · το πουλί ραμφίζει το σιτάρι — птица клюёт зерно
2
кусать, жалить (перен.)
to bite, to sting (fig.) · οι λόγια του ραμφίζουν — его слова ранят

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ραμφίζω
εσύ
ραμφίζεις
αυτός
ραμφίζει
εμείς
ραμφίζουμε
εσείς
ραμφίζετε
αυτοί
ραμφίζουν
Аорист
εγώ
ράμφισα
εσύ
ράμφισες
αυτός
ράμφισε
εμείς
ραμφίσαμε
εσείς
ραμφίσατε
αυτοί
ράμφισαν
Будущее
εγώ
θα ραμφίσω
εσύ
θα ραμφίσεις
αυτός
θα ραμφίσει
εμείς
θα ραμφίσουμε
εσείς
θα ραμφίσετε
αυτοί
θα ραμφίσουν

Примеры

Το περιστέρι ράμφιζε τα κόκκια από το χέρι μας.
Голубь клевал зёрна прямо с нашей руки. · The pigeon was pecking seeds right from our hand.
Οι κριτικές του ραμφίζουν την ταινία χωρίς έλεος.
Его критика безжалостно нападает на фильм. · His criticism attacks the film mercilessly.
Η σύζυγός του ράμφισε τα λόγια του με καυστικότητα.
Его жена язвительно возразила на его слова. · His wife bit back at his words sarcastically.