Греческий словарь
с грамматикой

ραδιοφωνικός

[raðjofoˈnikos]прилагательноеB1

Значения

1
радиовещательный, относящийся к радио
relating to radio broadcasting · ραδιοφωνικό πρόγραμμα — радиопередача

Грамматика

мужской род
им.
ραδιοφωνικός
вин.
ραδιοφωνικό
род.
ραδιοφωνικού
зват.
ραδιοφωνικέ
женский род
им.
ραδιοφωνική
вин.
ραδιοφωνική
род.
ραδιοφωνικής
зват.
ραδιοφωνική
средний род
им.
ραδιοφωνικό
вин.
ραδιοφωνικό
род.
ραδιοφωνικού
зват.
ραδιοφωνικό

Примеры

Άκουσα το ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων.
Я слушал радиопередачу новостей. · I listened to the radio news bulletin.
Η ραδιοφωνική εκπομπή ξεκινά στις οχτώ το πρωί.
Радиопередача начинается в восемь утра. · The radio broadcast starts at eight in the morning.
Δουλεύω σε ραδιοφωνικό σταθμό.
Я работаю на радиостанции. · I work at a radio station.