Греческий словарь
с грамматикой

ραδιενέργεια

[raðienˈɛrɣia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
радиоактивность
radioactivity · η ραδιενέργεια του ουρανίου — радиоактивность урана

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ραδιενέργεια
вин.
τη ραδιενέργεια
род.
της ραδιενέργειας
зват.
ραδιενέργεια
Мн. ч.
им.
οι ραδιενέργειες
вин.
τις ραδιενέργειες
род.
των ραδιενεργειών
зват.
ραδιενέργειες

Примеры

Η ραδιενέργεια είναι επικίνδυνη για την υγεία.
Радиоактивность опасна для здоровья. · Radioactivity is dangerous to health.
Μετρούν τη ραδιενέργεια στις πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Они измеряют радиоактивность на атомных объектах. · They measure radioactivity at nuclear facilities.
Η ραδιενέργεια του Τσερνόμπιλ επηρέασε ολόκληρη την Ευρώπη.
Радиоактивность Чернобыля затронула всю Европу. · The radioactivity from Chernobyl affected all of Europe.